Μια τελευταία ευχή

Έχεις δει ποτέ εκείνες τις μικρές, μικρούτσικες πόλεις, που ´ναι χωμένες στις πλαγιές των βουνών όπως τα σποράκια μες το χώμα;

Έχεις δει ποτέ εκείνες τις πράσινες, καταπράσινες πόλεις με τα διώροφα σπίτια, τα στενά σοκάκια και τους ανθισμένους κήπους;

Έχεις δει ποτέ εκείνες τις όμορφες, πανέμορφες πόλεις όπου είναι όλοι μια παρέα, μια γειτονιά, μια οικογένεια;

        Η Μάγδα τις έχει δει, κι έχει την τύχη να ζει σε μια απ´ αυτές. Μένει σε ένα παραμυθένιο σπιτάκι με της μαμά και τον μπαμπά της. Έναν αστείο κι ευγενικό μπαμπά και μια γλυκιά και στοργική μαμά. Όμως και πάλι, κάτι της έλειπε από αυτήν την μικρή, μικρούτσικη πράσινη, καταπράσινη, όμορφη, πανέμορφη πόλη.

        Που λες λοιπόν, στην πλατεία εκείνης της μικρής, μικρούτσικης πράσινης, καταπράσινης, όμορφης, πανέμορφης πόλης, ήταν ένα μεγάλο, τεράστιο δέντρο. Κανείς δεν είχε καταλάβει ποτέ τι είδους δέντρο ήταν, αλλά τα παιδιά λάτρευαν να παίζουν στα κλαδιά του. Κάθε απόγευμα, σχεδόν όλοι οι μικροί κάτοικοι της πόλης κατέβαιναν στο μεγάλο, τεράστιο δέντρο, για τρέξουν, να σκαρφαλώσουν και να φωνάξουν σαν να μη τους ακούει κανείς.

        Γιατί όμως σχεδόν όλοι; Η Μάγδα έμενε πάντα σπίτι της, στο δωμάτιό της και κοίταζε απ’ το παράθυρο. Της άρεσε να βλέπει τα παιδιά να παίζουν στο μεγάλο, τεράστιο δέντρο στη πλατεία της μικρής, μικρούτσικης, Πράσινης, καταπράσινης, όμορφης, πανέμορφης πόλης. Και λάτρευε να βλέπει τα δυόροφα σπιτάκια που έμοιαζαν σαν να ‘χαν βγει από παραμύθι. Πιο πολύ όμως της άρεσε να ονειρεύεται.  

        Ονειρευόταν να είχε βγει κι αυτή από παραμύθι και να της είχε δώσει μια νεράιδα φωνή. Υπέροχη, δυνατή φωνή για να τραγουδάει και ναι την ακούνε όλοι σ’ εκείνη τη μικρή, μικρούτσικη, πράσινη, καταπράσινη, όμορφη, πανέμορφη πόλη. Έτσι ίσως να… ταίριαζε κάπου. Κρίμα όμως που τα παραμύθια είναι χαρτί και μελάνι και τα όνειρα εικόνες. Έτσι, όπως κάθε απόγευμα ανέβηκε στη ταράτσα κι άρχισε να τραγουδά δίχως φωνή.

        Τραγούδησε για όνειρα και παραμύθια και μικρές, μικρούτσικες, πράσινες, καταπράσινες, όμορφες, πανέμορφες πόλεις σαν τη δική της. Ήταν πανέμορφο τραγούδι, ακόμα και βουβό. Όταν τελείωσε, ξάπλωσε στα κεραμίδα κι έμεινε να κοιτά τον ουρανό. Υπέροχο τραγούδι Μάγδα. Ακούστηκε μια βαθιά φωνή μες το μυαλό της. Η Μάγδα τινάχτηκε. Ποιος είσαι εσύ; Ρώτησε με τη σκέψη της. Είμαι το δέντρο. Η Μάδγα έριξε μια ματιά στο μεγάλο, τεράστιο δέντρο, στη πλατεία, μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Μα, άρχισε να λέει, νόμιζα ότι τα δέντρα δε μιλάνε. Είπε απορημένη η Μάγδα. Η απάντηση ήρθε γρήγορα. Εγώ μιλάω όπως κι εσύ τραγουδάς. Όλοι έχουμε μια εσωτερική φωνή, πολύ πιο δυνατή από την κανονική μας αλλά πολύ λίγοι ξέρουν να τη χρησιμοποιούν.

        Τότε η Μάγδα αποφάσισε να κατεβεί στη πλατεία της μικρής, μικρούτσικης, πράσινης, καταπράσινης, όμορφης, πανέμορφης πόλης. Έπρεπε να μιλήσει στο δέντρο από κοντά. Γλίστρησε μέσα βιαστικά από τον φεγγίτη, φόρεσε έναν σκούφο κόκκινο σαν το τριαντάφυλλο κι άρχισε να κατεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά. Χαιρέτησε με ένα νεύμα τη μαμά της που μαγείρευε και βγήκε από το κουκλίστικο σπίτι της.

         Άρχισε να περπατά με φούρια προς τη πλατεία. Δέντρο! Φώναξε νοερά. Καμία απάντηση. Δέντρο!! Ξαναφώναξε. Ανακουφίστηκε όταν άκουσε τη φωνή μες το μυαλό της. Γεια σου Μάγδα. Γεια σου δέντρο. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Του είπε. Τότε γιατί δεν ανεβαίνεις πάνω μου να τα πούμε; Πρότεινε ευγενικά. Ναι, αμέ! Συμφώνησε χαρωπά η Μάγδα.

        Μ’ αυτά και με ‘κείνα η Μάγδα είχε φτάσει στο μεγάλο, τεράστιο δέντρο. Το κορίτσι άρχισε να σκαρφαλώνει ρυθμικά στα κλαδιά. Κάποια στιγμή, έφτασε στο πιο ψηλό σημείο, όπου κανείς δε την έβλεπε και ρώτησε: Εσύ δέντρο, τι πιστεύεις για τα όνειρα και τα παραμύθια; Ρώτησε η Μάγδα. Χαίρομαι που με ρωτάς. Εγώ πιστεύω οτι τα παραμύθια πηγάζουν από τα όνειρα και ότι αυτά με τη σειρά τους γίνονται αιτία για να ονειρευτείς. Η Μάγδα έμεινε σιωπηλή για μερικές στιγμές κι έπειτα είπε νοερά. Ουάου. Αυτό ήταν… πανέμορφο. Κι εγώ που νόμιζα ότι τα παραμύθια είναι χαρτί και μελάνι και τα όνειρα εικόνες. Το δέντρο γέλασε και τα κλαδιά του τραντάχτηκαν.  Ξέρεις Μάγδα, της είπε, δε σταματάς ποτέ να με εκπλήσσεις. Παρόλο που έλεγες ότι τα παραμύθια είναι χαρτί και τα όνειρα εικόνες, ποτέ δε σταμάτησες να ελπίζεις να είναι κάτι παραπάνω. Πιστεύεις αληθινά στα όνειρα, Μάδγα και γι’ αυτό σου αξίζει να μάθεις ένα μυστικό. Ντον! Ντον! Ντον! Τους διέκοψε η καμπάνα της εκκλησίας. Ήταν εννιά η ώρα το βράδυ.

        Ωχ! Πρέπει να φύγω! Είπε η Μάδγα αναστατωμένη κι ένα να κατέβει πιο κάτω, αλλά το δέντρο σχημάτισε με τα κλαδιά του έναν κλοιό γύρω της, κρατώντας την εκεί. Περίμενε! Δε σου είπα ακόμη το μυστικό! Ξέρεις τι γίνεται αν ανακατέψεις ένα όνειρο κι ένα παραμύθι; Ρώτησε η βαθιά φωνή. Όχι. Που να ξέρω εγώ; Απάντησε η Μάγδα. Μια ευχή! Βλέπεις Μάγδα, εγώ βγήκα από παραμύθι, που ‘χε πλαστεί από όνειρα. Άρα τα λουλούδια μου έχουν την ικανότητα να εκπληρώνουν ευχές. Η Μάγδα έμεινε παγωμένη στη θέση της.

        Αυτό σήμαινε τόσα πολλά. Δηλαδή…  Άρχισε να λέει. Ναι! Κόψε ένα λουλούδι μου κι ευχήσου ότι τραβάει η ψυχή σου! Η Μάδγα άπλωσε το χέρι της να κόψει ένα λουλούδι. Ήξερε τι θα ζητούσε. Όμορφη, δυνατή φωνή για να τραγουδά και να την ακούνε όλοι σε ‘κείνη τη μικρή, μικρούτσικη, πράσινη, καταπράσινη, όμορφη, πανέμορφη πόλη. Να ήταν σαν όλους τους άλλους.

        Όμως, τη τελευταία στιγμή, πέρασε απ΄το μυαλό της μια εικόνα ενός άντρα. Ήταν ο φούρναρης της πόλης και είχε εφτά παιδιά, αλλά, οι δουλειές δε πήγαιναν καθόλου καλά. Ήθελε μια φωνή τόσο πολύ! Αλλά θα είχε κι άλλες ευχές να κάνει. Είπε λοιπόν στο δέντρο :Εύχομαι, αύριο το πρωί, η αποθήκη του φούρναρη να γεμίσει με τη καλύτερη ζάχαρη και το καλύτερο αλεύρι για να ψήνει το καλύτερο ψωμί. Έτσι οι δουλείες του θα πήγαιναν πολύ καλύτερα. Η Μάγδα ένιωσε το δέντρο να της χαμογελάει. Καλή ευχή. Της είπε νοερά. Το λουλούδι διαλύθηκε, έγινε ροζ σκόνη και πέταξε με τον άνεμο.

        Πάει η φωνή μου… σκέφτηκε η Μάγδα. Αλλά κάποιος τη χρειαζόταν αυτή την ευχή. Οπότε δεν τη πείραζε και τόσο. Τα κλαδιά του δέντρου άνοιξαν αφήνοντας την να κατεβεί κάτω. Όταν πάτησε το πόδι της στο έδαφος μερικοί κύριοι που έκαναν τη βόλτα τους γύρισαν και τη κοίταξαν έντονα. Δεν ήταν απ’ τα μέρη τους ξεκάθαρα. Με τα ασημένια μανικετόκουμπα και τα αυστηρά μπλε σακάκια, είχαν έρθει από κάποια μεγαλούπολη. Τη Μάδγα όμως δε τη πολυένοιαζε. Συνέχισε να περπατά ανέμελα ανάμεσά τους με ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης να στολίζει το πρόσωπό της. Είχε κάνει επιτέλους κάτι. Κι αν συνέχιζε να το κάνει, ο κόσμος θα μπορούσε να γίνει ένα τσικ καλύτερος.

        Όμως, τότε, τι θα γινόταν με την ευχή που ήθελε εκείνη να κάνει; Αν συνέχιζε να κάνει ευχές για τους άλλους, εκείνη δ θα αποκτούσε ποτέ φωνή. Ποτέ δε θα ταίριαζε.

        Μ’ αυτά και με ‘κείνα, έφτασε σπίτι της. Χωρίς καμιά εξήγηση για το που είχε πάει, ανέβηκε τις σκάλες και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και σκέφτηκε τα λόγια του δέντρου. Τα παραμύθια πηγάζουν απ’ τα όνειρα, κι αυτά με τη σειρά τους γίνονται αιτία για να ονειρευτείς. Με αυτές τις φράσεις στο νου, βυθίστηκε σε δικά της όνειρα.

        Την επόμενη μέρα, με το που η καμπάνα χτύπησε έξι το απόγευμα η Μάδγα έτρεξε να δει το μεγάλο, τεράστιο δέντρο. Σκαρφάλωσε ξανά στο πιο ψηλό κλαδί και είπε νοερά: Δέντρο, θέλω να σε ρωτήσω κάτι ακόμα. Τι είναι Μάγδα; Ρώτησε εύθυμα το δέντρο. Τι γίνεται όταν έχεις να αποφασίσεις ανάμεσα σε αυτό που θέλεις κι αυτό που νομίζεις ότι είναι σωστό; Το δέντρο έμεινε σιωπηλό για μερικές στιγμές. Τότε, θα έχεις ένα δίλλημα. Και πίστεψέ με Μάδγα είναι επικίνδυνα τα διλλήματα.

        Μα, γιατί; Αναρωτήθηκε η Μάδγα. Αφού είναι μόνο σκέψεις. Ναι, άλλα αυτή η μόνιμη ερώτηση που τριγυρνάει στο μυαλό σου μπορεί να σε τρελάνει. Επίσης, όταν έχεις να κάνεις με ένα δίλλημα, η κάθε επιλογή έχει τόσα καλά, όσα και κακά. Και τα κακά της κάθε επιλογής… πληγώνουν.

        Τότε η Μάδγα μάζεψε το κουράγιο της και είπε: Δέντρο, έχω κι εγώ ένα δίλλημα και θέλω βοήθεια. Η βαθιά φωνή του δέντρουτης είπε σοβαρά: Όχι, Μάγδα. Αυτό το δίλλημα πρέπει να το λύσεις μόνη σου. Έτσι ωριμάζεις. Αρκεί να κάνεις αυτό που εσύ θεωρείς σωστό. Ο τόνος του άλλαξε απότομα. Α! Νομίζω ότι ήρθε η ώρα για την ευχή σου. Είσαι έτοιμη; Ρώτησε. Ναι, απάντησε η Μάγδα κι έκοψε ένα λουλούδι. Είχε απαντήσει το δίλλημα.

        Έκλεισε τα μάτια της κι ευχήθηκε το κάθε πλάσμα στο κόσμο να είχε μια φωλιά. Μια φωλιά γεμάτη αγάπη και συμπόνια για να κουρνιάζει όταν έχει τις μαύρες του. Φωνή θα ζητούσε άλλη φορά. Το λουλούδι διαλύθηκε και πέταξε με τον άνεμο ξανά, εκπληρώνοντας την ευχή της.

        Άντε, πήγαινε τώρα. Θα σε περιμένει η μαμά σου. Της είπε το δέντρο. Η Μάγδα άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Κάποια στιγμή, έχασε το πάτημά της και ξεκίνησε να γλιστράει προς τα κάτω. Η Μάδγα ούρλιαζε σαν μανιακή, αλλά, ευτυχώς το δέντρο την έπιασε με ένα κλαδί την τελευταία στιγμή και την άφησε απαλά στο έδαφος.

        Ευχαριστώ, μουρμούρισε η Μάδγα ανακουφισμένη όταν πάτησε στο χώμα. Έπειτα, άρχισε να τρέχει. Είχε αργήσει πολύ. Οι κύριοι με τα μπλε σακάκια είχαν επιστρέψει και διάβαζαν κάτι χαρτιά σαν να μην υπήρχε ο κόσμος. Η Μάδγα τους αγνόησε και συνέχισε να τρέχει.

        Έφτασε στο σπίτι της λαχανιασμένη. Τρύπωσε στο δωμάτιό της κι έκανε πως κοιμόταν. Τα είχε καταφέρει γι’ άλλη μια νύχτα. Τώρα, μπορούσε να βυθιστεί σε ύπνο, βλέποντας τα ποιο όμορφα όνειρα.

        Οι μέρες κυλούσαν και η Μάδγα συνέχιζε να κάνει ευχές για κάθε πλάσμα που ήταν λυπημένο, φοβισμένο, κατατρεγμένο. Στους γονείς της δεν το είχε πει ακόμα. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε; Αφού φωνή θα ζητούσε άλλη φορά.

        Ήταν λοιπόν ένα απόγευμα όπως όλα τ’ άλλα, η Μάγδα κατέβηκε στη πλατεία της μικρής, μικρούτσικης, πράσινης, καταπράσινης, όμορφης, πανέμορφης πόλης. Όμως, αυτό που αντίκρισε όταν έφτασε, την έκανε να ζαλιστεί. Αντί να δει το μεγάλο, τεράστιο δέντρο να στέκεται εκεί υγιέστατο, με τα κλαδιά του έτοιμα να εκπληρώσουν του κόσμου τις ευχές, είδε μόνο ένα δέντρο πεσμένο στο πλάι, κατακομμένο απ’ τα τσεκούρια των κυρίων με τα μπλε σακάκια.

        Καυτά δάκρυα κύλησαν στα ροδαλά μάγουλα της Μάδγας. Δε μπορεί, δε μπορεί, δε μπορεί… έλεγε στον εαυτό της ξανά και ξανά. Όμως η απόδειξη ήταν μπροστά της. Το δέντρο είχε… φύγει και εκείνη δε μπορούσε να κάνε τίποτα. Τότε, μέσα στην απελπισία, μια γνώριμη βαθιά φωνή ακούστηκε στο μυαλό της. Έλα Μάγδα, μη κλαις. Το κορίτσι τινάχτηκε. Δέντρο! Τι σου έκαναν οι απαίσιοι!; Ρώτησε με φωνή που έσταζε οργή, αλλά και θλίψη ταυτόχρονα. Μην ανησυχείς. Για το καλό μου το κάνουν. Είμαι βαριά άρρωστο και, παρόλο που με έκοψαν, μου έχουν μείνει ακόμα λίγα ψήγματα ζωής. Έχω επίσης ένα τελευταίο λουλούδι, άρα κι εσύ έχεις μια τελευταία ευχή… Η φωνή του άρχισε να γίνεται τραχιά κι αδύναμη. Και, σε παρακαλώ… μην ευχηθείς κάτι για εμένα. Σου αξίζει μια… ευχή για τον… εαυτό σου… Αυτή είναι η δικιά μου… ευχή… Η Μάγδα πήγε να φέρει αντίρρηση, αλλά δε θα ήταν σωστό. Αυτή ήταν η ευχή του.   

        Πήρε λοιπόν ο τελευταίο λουλούδι και πήγε να ευχηθεί φωνή, υπέροχη, δυνατή φωνή για να τραγουδά και να την ακούνε όλοι σε εκείνη τη μικρή, μικρούτσικη, πράσινη, καταπράσινη, όμορφη, πανέμορφη πόλη. Τότε, μια καινούρια ιδέα άστραψε στο μυαλό της. Τόσο καιρό, δεν ήθελε φωνή. Ήθελε να ταιριάζει. Όμως δε χρειαζόταν να ταιριάζει. Χρειαζόταν απλώς… κάποιον να την ακούει. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια της και ευχήθηκε να μπορούν όλοι να ακούσουν την εσωτερική φωνή της, την αληθινή φωνή της. Το λουλούδι διαλύθηκε και πέταξε με τον αέρα για μία τελευταία φορά.

         Μάγδα; Είπε το δέντρο με φωνή τρεμάμενη. Μπορείς να μου… τραγουδήσεις… ένα τραγούδι; Ναι, του απάντησε η Μάδγα κι άρχισενα τραγουδά το πιο όμορφο τραγούδι, για να αποχαιρετήσει το μεγάλο, τεράστιο δέντρο. Κι εκείνη τη φορά, όλοι την άκουσαν.

Όταν τελείωσε, η φωνή του δέντρου είχε σβήσει εντελώς και η Μάγδα έμεινε εκεί, να κλαίει στα σιωπηλά.

Λίγο πιο δίπλα, ένα δενδρύλλιο φύτρωνε.

1 σκέψη για το “Μια τελευταία ευχή”

  1. Είχα καιρό να διαβάσω κείμενο που να με συγκινήσει τόσο πολύ! Υπέροχα νοήματα σε μια πολύ τρυφερή ιστορία. Αυγή σε ευχαριστούμε που μας ταξίδεψες στη φαντασία σου! Ανυπομονούμε για το επόμενο!

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή